Η οικογένεια Μωραΐτη πρωτοεμφανίζεται στην Άνδρο με τον Δημήτριο Διγενόπουλο, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Φώτης Κόντογλου καταγότανε από τη Δημητσάνα. Έφυγε καταδιωκόμενος από τους Αρβανίτες ύστερα από την Επανάσταση του Ορλώφ το 1770 και βρήκε καταφύγιο στην Άνδρο, όπου από στεριανός έγινε θαλασσινός. Παντρεύτηκε ανδριώτισσα και απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Λεονάρδο, τον Βασίλειο, τον Γεώργιο και τον Νικόλαο. Το επώνυμο Μωραΐτης αρχικά αποτελούσε παρατσούκλι ώσπου τελικά εκτόπισε το οικογενειακό όνομα.

Ο Γεώργιος Δ. Μωραΐτης ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα. Συμμέτοχος με τα αδέλφια του Νικόλαο και Λεονάρδο και τον Γεώργιο Καρυστινάκη απέκτησαν το μπρίκι «Λεωνίδας», το οποίο πιθανώς ναυπηγήθηκε στη Σύρο το 1845.

Εμφανίζεται επίσης ιδιοκτήτης του ιστιοφόρου «Γεώργιος» και το 1873 φαίνεται να έχει στην ιδιοκτησία του το μπρίκι «Αρχάγγελος», το οποίο ναυπηγήθηκε το 1866 στη Σύρο και διαλύθηκε εκεί το 1888. Παντρεύτηκε τη Μαργαρώ Γούναρη, ανδριώτισσα, και απέκτησαν 6 παιδιά, τον Αντώνιο (1857), την Ευγένα (1860), την Αικατερίνη (1862), την Ειρήνη (1864), τον Δημήτριο (1866) και τον Νικοκλή (1868).

Ο γιος του Δημήτριος Γ. Μωραΐτης (1866 – 1942) απέκτησε το πρώτο του μπρίκι το 1888, το οποίο ονόμασε «Αρχάγγελο» σε αντικατάσταση του παλαιότερου, και με αυτό ταξίδεψε ως πλοίαρχος του από την Οδησσό μέχρι Αγγλία και Αμερική.

Ο Δημήτριος Γ. Μωραΐτης υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους έλληνες πλοιοκτήτες. Με τη βοήθεια του Παναγή Βαλλιάνου απέκτησε το πρώτο του ατμόπλοιο, το «Παναγής Βαλλιάνος» το 1893. Συχνά για τη συγκέντρωση κεφαλαίων χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της πώλησης μερισμάτων ιδιοκτησίας επί των σκαφών που αποκτούσε. Το 1900 είχε τρία μεγάλα φορτηγά ατμόπλοια, και το 1905 στόλο έξι φορτηγών. Εξελέγη βουλευτής το 1903 και το 1906. Στις 10 Ιουλίου 1907 του απενεμήθη ο Αργυρός Σταυρός των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος από τον Βασιλέα Γεώργιο Α΄.

Απέκτησε συνολικά 11 φορτηγά πλοία με την ακόλουθη χρονολογική σειρά:

  • «Παναγής Βαλλιάνος»: αγοράστηκε το 1893 αντί 9.000 λιρών, πουλήθηκε το 1899 αντί 8.500 λιρών, 2.000 τόνων φορτίου
  • «Φανή»: αγοράστηκε το 1895 αντί 7.000 λιρών, πουλήθηκε το 1899 αντί 7.000 λιρών, 2.300 τόνων φορτίου
  • «Αντώνιος»: αγοράστηκε το 1899, ναυπηγήσεως 1888, αντί 17.000 λιρών, ναυάγησε στη Χώρα Άνδρου χωρίς θύματα το 1904, 3.600 τόνων φορτίου
  • «Γεώργιος»: αγοράστηκε το 1899 αντί 25.000 λιρών Αγγλίας, ναυπηγήσεως 1892, ναυάγησε στη νησίδα Καλόγεροι, χωρίς θύματα, το 1905, 4.200 τόνων φορτίου
  • «Μαρία» (1900 – 1917, 5.300 τόνων)
  • «Κυκλάδες» (1901 – 1908. 4.400 τόνων)
  • «Αττική» (1902 – 1913, 5.500 τόνων)
  • «Βοιωτία» (1902 – 1919, 5.550 τόνων)
  • «Ελλάς»: ναυπηγήθηκε το 1903, και παραλήφθηκε αντί 40.000 λιρών Αγγλίας, ναυάγησε το 1908 στο ακρωτήριο Μαλέας, 6.200 τόνων φορτίου)
  • «Κορινθία» (1904 – 1904, 6.000 τόνων)
  • «Βασιλεύς Γεώργιος» (1904 – 1908, 6.700 τόνων)

Το 1905 συναντήθηκε στο Λονδίνο με τον Χρήστο Χριστοφή, ταξιδιωτικό πράκτορα, και αντάλλαξαν απόψεις περί ιδρύσεως ελληνικής υπερωκεάνιας γραμμής. Η διορατικότητά του, τα δεδομένα που δημιούργησε η έντονη μεταναστευτική κίνηση και η επιθυμία του να κατακτήσει το υγρό στοιχείο, ώθησαν αυτόν τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία στην ιδέα να ναυπηγήσει το πρώτο ελληνικό υπερωκεάνιο. Ιδρύει την πρώτη πραγματικά πολυμετοχική ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία, την «Ελληνική Ανώνυμος Υπερωκεάνειος Ατμοπλοϊκή Εταιρία», στην οποία συμμετείχαν εκτός από τον ίδιο, ο αδελφός του Νικοκλής Γ. Μωραΐτης, ο Γεώργιος Μάνδακας, ο Ιωάννης Δελαπόρτας, ο Γεώργιος Καρυστινάκης, ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος και ο Δημήτριος Δάμπασης, καθώς και πολλά επιφανή μέλη της αθηναϊκής και πειραϊκής κοινωνίας, όπως ο Θεοδ. Ρετσίνας, ο Ιωσηφόγλου, ο Καρέλλας, ο Κυριάκος, ο Ανδριτσάκης, κ.α.. Το εγχείρημα προσέλκυσε ακόμη τις αποταμιεύσεις δεκάδων μικρομετόχων της Άνδρου, πολλοί εκ των οποίων ήταν μέλη των πληρωμάτων του.

Το Μάιο του 1907 γίνεται στο Sunderland η καθέλκυση του πρώτου ελληνικού υπερωκεανίου, στο οποίο δόθηκε το όνομα «Μωραΐτης». Στις 12 Ιουνίου 1907 κατέπλευσε στην Άνδρο όπου και νηολογήθηκε. Είχε 12.000 τόνους εκτόπισμα, δύο ατμομηχανές 5.200 ίππων, 1.450 θέσεις τρίτης κατηγορίας και 100 πρώτης, νοσοκομείο χωρισμένο σε τμήμα ανδρών και γυναικών καθώς και ένα απομονωμένο τμήμα για μεταδοτικά νοσήματα, φαρμακείο, λουτήρες, απολυμαντικό κλίβανο, ηλεκτρική μηχανή, ψυγείο, παγοποιητική μηχανή, φούρνους, σαλόνια, τραπεζαρίες, κλπ. Έπλεε με ταχύτητα 14 μιλίων την ώρα και μεγίστη 16 μίλια την ώρα και έφτανε στις ΗΠΑ από τον Πειραιά σε 14 ½ ημέρες.

Από δημοσιεύματα της εποχής προκύπτει ότι, «… ενεψύχωσε τους ξενιτευτάς μας του Νέου Κόσμο, ελύτρωσε πολλούς εξ αυτών από των ονύχων της δυστυχίας, φιλανθρωπότατα επαναγαγών αυτούς δωρεάν είς την πατρίδαν. Δίκαιος δε διά ταύτα και ο ενθουσιασμός των εν Αμερική Ελλήνων και ιδία των ημετέρων συμπολιτών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι έχουν φανατικώς κηρυχθή υπέρ του ελληνικού υπερωκεανίου, δίκαιον δε δώρον και το ωραίον πολύτιμον κύπελον, το οποίον εχάρισαν εις το σκάφος οι ομογενείς της Νέας Υόρκης».

Στα τέσσερα πρώτα ταξίδια του κυβερνήτης ήταν ο αδελφός του Νικοκλής. Τον Απρίλιο του 1908 θα δώσει τη θέση του στον Δ. Βογιατζίδη για να αναλάβει το νέο υπερωκεάνιο της εταιρίας, το «ΑΘΗΝΑΙ», εκτοπίσματος 15.000 τόνων και 2.020 θέσεων, διπλέλικο και με ταχύτητα 15 κόμβων, το οποίο κατέπλευσε τον Μάιο του 1908 στην Άνδρο για να νηολογηθεί. Την ίδια χρονιά νηολόγησε στην Άνδρο το επιβατηγό «Δελφίνι», το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη συγκοινωνία Σύρου – Πειραιά.

Η προσπάθεια αυτή για τη δημιουργία ελληνικής υπερατλαντικής γραμμής δεν ευδοκίμησε. Μια οικονομική κρίση που παρουσιάστηκε τότε, συγχρόνως με κάμψη του μεταναστευτικού ρεύματος και σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειρίας για ένα τόσο μεγάλο τόλμημα, οδήγησαν σε κάμψη την επιχείρηση σε τέτοιο βαθμό, που τον Αύγουστο του 1908 η εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο ιδρυτής της κατέφυγε σχεδόν πένης στο Λονδίνο, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του το 1942. Πραγματοποίησε διάφορες άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες από τις οποίες συγκέντρωνε χρήματα και κάλυπτε τους οικονομικά ασθενέστερους πιστωτές του. Τα υπολειπόμενα μετά την πτώχευση σκάφη, τέθηκαν στη διαχείριση διαφόρων τρίτων, εκτός από το «Μαρία», το οποίο ανέλαβε ο αδελφός του Νικοκλής.

Την εταιρεία Μωραΐτη διαδέχθηκε η «Υπερωκεάνιος Ελληνική Ατμοπλοΐα», με μετόχους τους αρχικούς δανειστές της. Ωστόσο, ούτε και αυτή η προσπάθεια ευοδώθηκε και η νέα εταιρεία απορροφήθηκε τελικά τον Αύγουστο του 1912 από την «Εθνική Ατμοπλοΐα της Ελλάδος» του Λεωνίδα Α. Εμπειρίκου.

Ο Νικοκλής Γ. Μωραΐτης, συνέχισε την εφοπλιστική δραστηριότητα της οικογένειας τις δεκαετίες του 1920 και 1930. Το 1917 απώλεσε το «Μαρία» και αγόρασε δικό του ατμόπλοιο το «Νικοκλής», στο οποίο ήταν μέτοχοι η σύζυγος και οι γιοι του, Γεώργιος Ν. Μωραΐτης και Δημήτριος (Τάκης) Ν. Μωραΐτης. Ο Γεώργιος Ν. Μωραΐτης ακολούθησε το επάγγελμα της οικογένειας και έγινε ναυτικός. Απέκτησε έναν γιο τον Νικοκλή Γ. Μωραΐτη ο οποίος έζησε στον Καναδά όπου και πέθανε το 1995.

Ο Δημήτριος Ν. Μωραΐτης (Τάκης, 1904 – 2005) νυμφεύθηκε την Μαγδαληνή (Λιλίκα) Σταθάτου, γόνο μεγάλης εφοπλιστικής οικογένειας, η οποία γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1914. Πατέρας της ήταν ο Γεράσιμος Ν. Σταθάτος (1876 – 1961), μία σπουδαία εφοπλιστική προσωπικότητα του νησιού. Εκτός από αξιόλογος επιχειρηματίας, ο Γεράσιμος Ν. Σταθάτος υπήρξε και ευεργέτης του τόπου καταγωγής του. Οι σημαντικότερες από τις δωρεές του είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Δημοτικό Γυμναστήριο της Ιθάκης.

Το ζεύγος Δημητρίου & Λιλίκας Μωραΐτη αποφάσισε να διαθέσει την περιουσία του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, οι οποίοι θα κάλυπταν τομείς επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς.

Μετά το θάνατο της Λιλίκας Δ. Μωραΐτη, το 2002 και σύμφωνα με τη διαθήκη της, στην οποία εκφράζει τις προαναφερθείσες επιθυμίες της, δημιουργήθηκαν τα Κληροδοτήματα Δημητρίου & Λιλίκας Μωραΐτη Σύρου & Άνδρου. Η περιουσία των Κληροδοτημάτων βρίσκεται ολόκληρη κατατεθειμένη σε τράπεζα του εξωτερικού. Η διαχείρισή της γίνεται επίσης από τράπεζα του εξωτερικού, σύμφωνα με τη βούληση της αείμνηστης διαθέτιδος. Τα Κληροδοτήματα έχουν τη δυνατότητα να αναλώνουν μέρος του κεφαλαίου τους.

 
Back to top